αἰγιαλός

αἰγιαλός
морской берег

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Поможем со сдачей теста

Полезное


Смотреть что такое "αἰγιαλός" в других словарях:

  • Αἰγιαλός — sea shore masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰγιαλός — sea shore masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιγιαλός — Η ακρογιαλιά, ο γιαλός, η ακτή, το περιγιάλι, η ακροθαλασσιά. Η ξηρά που βρέχεται μόνιμα από θάλασσα και όχι από έκτακτες πλημμύρες. Ο α. αποτελεί κοινόχρηστο χώρο και ανήκει στο Δημόσιο, το οποίο μπορεί να τον εκμεταλλεύεται και να παραχωρεί… …   Dictionary of Greek

  • Άνω Αιγιαλός — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 300 μ., 202 κάτ.) του νομού Κορινθίας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ευρωστίνης …   Dictionary of Greek

  • Αἰγιαλοῖο — Αἰγιαλός sea shore masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰγιαλοῖο — αἰγιαλός sea shore masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰγιαλοῖς — Αἰγιαλός sea shore masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰγιαλοῖς — αἰγιαλός sea shore masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰγιαλοῖσι — Αἰγιαλός sea shore masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰγιαλοῖσι — αἰγιαλός sea shore masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰγιαλοῖσιν — Αἰγιαλός sea shore masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»